ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ γεννήθηκαν στις 21/05/2014

Lilypie Second Birthday tickers

ΦΡΙΚΑΝΤΕΛΑ Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΠΟΥ ΜΙΣΟΥΣΕ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ


Ήτανε κάποτε μια μάγισσα που τη λέγανε Φρικαντέλα Ζαρζουέλα Σαλμονέλα Στρυφνίνη. Η Φρικαντέλα ήταν κακιά. Πάρα πολύ κακιά. Τόσο κακιά, που μισούσε αφάνταστα όλα τα καλά. Ακόμα και τις λέξεις που είχανε τις συλλαβές «καλά», κι αυτές τις μισούσε.

ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΑΓΓΙΞΕΙ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙ


Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Τρωκτικούλη. Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό ήθελε να τα αγγίξει.

–Παππού, έλεγε στον παππού του, σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

–Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

Ο ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ


Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν, όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το χωριό των Αϊ-Βασίληδων.

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


 

Σε αυτή τη μεριά της γης όλες οι μέρες του χρόνου ήταν ίδιες. Ήλιος και βροχή δεν άλλαζαν τη διάθεση των ανθρώπων, γιατί η παγωνιά είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην καρδιά τους, που είχε μόνιμα βαρυχειμωνιά.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Πριν πολλά χρόνια, ζούσε σε μια πόλη της Ναζαρέτ μια νέα και καλή γυναίκα που την έλεγαν Μαρία. Μια μέρα, φως πλημμύρισε όλο τον τόπο κι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε μπροστά της.

Ο ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. 

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ

Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ


Έκανε φοβερό κρύο! Χιόνιζε από το πρωί. Βράδιασε. Σίμωνε η νύχτα, η νύχτα της παραμονής του νέου χρόνου. Μέσα σε αυτό το  χιονιά, την παγερή εκείνη νύχτα, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, ξεσκούφωτο και ξυπόλυτο.

ΣΤΗ ΣΗΜΑΙΑ

Σαν τη μανούλα τη γλυκιά
και σαν την Παναγία,
τόσο, Σημαία, σ’ αγαπώ
και σου ’χω εγώ λατρεία.

ΟΤΑΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ

Όταν κάνουνε πόλεμο
η γη έχει πονόλαιμο
πονάει η καρδιά της
και κλαίνε τα παιδιά.

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑ


Πάνω στης Πίνδου τις κορφές σε κάθε κόχη,
βροντόλαλο αντιλάλησε το ΌΧΙ.

ΤΟ ΧΡΥΣΟΔΕΝΤΡΟ

Έτσι όπως τόσοι και τόσοι έχω κι εγώ ένα μαγικό κρυμμένο κήπο. Καμωμένο από βασιλικούς και τριανταφυλλιές αναρριχώμενες. Όταν σπίτι επιστρέφω δε σκέφτομαι και πολλά, παρά μόνο πως αυτό το κήπο το μαγικό να καλλιεργώ με χάρη. Μια μέρα ξαφνικά βρήκα κάτι σπόρους σε χρώμα χρυσαφί τους έσπειρα και μέρα με τη μέρα πότιζα και τους μίλαγα γλυκά και με καλοσύνη.

Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ


Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια. Ο νάνος ήταν και αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.

ΤΙ ΓΙΝΑΝ ΟΙ ΜΟΝΟΚΕΡΟΙ;

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από χρόνια πολλά, σε ένα δύσβατο δάσος στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ζούσε μια μικρή φυλή αλόγων που είχαν ένα όμορφο κέρατο και ονομάζονταν μονόκεροι.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΤΥΡΙ


Ο Kees ήταν ένα αγόρι από την Ολλανδία, 12 ετών, που ζούσε εκεί που οι αγελάδες ήταν άφθονες και το τυρί πλούσιο και νόστιμο. Ήταν ψηλός, τροφαντός και είχε ρόδινα μάγουλα. Τα μαλλιά του είχαν ένα χρώμα κάπου ανάμεσα σε καρότο και γλυκοπατάτα και ήταν παχιά σαν καλάμια σε βάλτο. Συνήθως φορούσε ένα ζευγάρι ξύλινα παπούτσια, που έκαναν φοβερό θόρυβο σαν έτρεχε. Το καλοκαίρι ο Kees ήταν ντυμένος με ένα τραχύ, μπλε μπλούζα λινό. Το χειμώνα φορούσε μάλλινη βράκα, μεγάλη όσο ένα σακί καφέ.

ΠΑΡΑΜΥΘΑΔΕΣ

Google+ Followers

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ