Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν κόσμο γεμάτο μυστικά και θαύματα, υπήρχε ένα πανέμορφο δάσος, όπου το φως του ήλιου έσπαγε μέσα από τα φυλλώματα και σχημάτιζε πολύχρωμα μωσαϊκά στο έδαφος. Στην καρδιά αυτού του δάσους ζούσε μια μάγισσα, με μακριά μαλλιά που έμοιαζαν με αστέρια και μάτια λαμπερά σαν δύο φεγγάρια. Στον κήπο της, τα δέντρα μιλούσαν με τον άνεμο, τα λουλούδια τραγουδούσαν με τον ήλιο, και τα φυτά που φρόντιζε είχαν τη δύναμη να θεραπεύουν πληγές και να δίνουν χαρά.
Αλλά υπήρχε και ένα ξεχωριστό δέντρο, το πιο όμορφο από όλα. Αυτό το δέντρο έφερνε κάθε εκατό χρόνια ένα χρυσό μήλο, λαμπερό σαν τον ήλιο και πιο φωτεινό από τα αστέρια. Το μήλο αυτό ήταν τόσο μαγικό, που όποιος το έτρωγε μπορούσε να πραγματοποιήσει την πιο βαθιά του επιθυμία. Αλλά η μάγισσα είχε έναν κανόνα τόσο αυστηρό όσο το χιόνι που σκεπάζει τα πάντα το χειμώνα: το μήλο μπορούσε να το πάρει μόνο εκείνος που δεν ήθελε τη δύναμη για τον εαυτό του, αλλά για να κάνει καλό σε όλο τον κόσμο.
Μια μέρα, ο νέος βασιλιάς από μια μακρινή χώρα, γεμάτη από χρυσά κάστρα και πολύτιμους θρόνους, άκουσε για το μαγικό μήλο και αποφάσισε να το αποκτήσει. «Αν το πάρω», σκέφτηκε, «θα γίνω ο πιο ισχυρός βασιλιάς στον κόσμο, και κανείς δεν θα τολμά να με αμφισβητήσει». Με αυτή τη σκέψη, ξεκίνησε το ταξίδι του, διασχίζοντας ποτάμια και βουνά, περνώντας μέσα από φωτεινές κοιλάδες και σκοτεινές σπηλιές, μέχρι που βρέθηκε μπροστά στην πόρτα της μάγισσας.
Ο βασιλιάς, γεμάτος σιγουριά, πλησίασε το μαγικό δέντρο και ζήτησε το χρυσό μήλο. Η μάγισσα, με τα μάτια της σαν φωτεινά αστέρια, τον κοίταξε σοβαρά και του είπε:
«Νεαρέ μου βασιλιά, το μήλο αυτό δεν είναι για σένα. Ο πόθος σου για δύναμη και εξουσία θα φέρει σκοτάδι και θλίψη στον κόσμο γύρω σου. Αν το πάρεις, τα όνειρά σου θα γίνουν εφιάλτες.»
Αλλά ο βασιλιάς, πεισμένος ότι μόνο εκείνος μπορούσε να κυβερνήσει σωστά τον κόσμο, δεν άκουσε τα λόγια της. «Είναι το πεπρωμένο μου», είπε και πήρε το μήλο από το κλαδί, το οποίο φάνταζε σαν χρυσό φως στο σκοτάδι της νύχτας. Το έφαγε και αμέσως ένα μαύρο σύννεφο τύλιξε το βασίλειό του.
Το φως του ήλιου χάθηκε και το βασίλειο μπήκε σε έναν ατέλειωτο χειμώνα. Οι ποταμοί σταμάτησαν να κυλούν, τα δέντρα ξεράθηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να πεινούν. Ο νέος βασιλιάς ένιωσε τη δύναμή του να φεύγει, ενώ γύρω του ο κόσμος σκοτείνιαζε.
Απελπισμένος και γεμάτος τύψεις, έτρεξε πίσω στη μάγισσα, παρακαλώντας την να τον συγχωρήσει. «Μάγισσα, λάθεψα! Τώρα καταλαβαίνω ότι η δύναμη δεν φέρνει την ευτυχία, αλλά τη θλίψη. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με να σώσω το βασίλειό μου.»
Η μάγισσα, βλέποντας το σπαρακτικό του βλέμμα, του είπε με ήρεμη φωνή:
«Αν θέλεις να διορθώσεις το κακό, πρέπει να προσφέρεις το μήλο σε κάποιον που το επιθυμεί για το καλό όλων, και όχι για τον εαυτό του.»
Ο βασιλιάς, με την καρδιά του βαριά σαν πέτρα, γεμάτη από τύψεις και μετάνοια, αποφάσισε να ακολουθήσει τη σοφή συμβουλή της μάγισσας. Με το μυαλό του γεμάτο σκέψεις, άφησε το παλάτι και ξεκίνησε το ταξίδι του προς τα βάθη του κόσμου. Πέρασε από δάση που μιλούσαν με τα πουλιά και από βουνά που έκρυβαν αρχαία μυστικά.
Μια μέρα έφτασε σε ένα μικρό και ξεχασμένο χωριό, κρυμμένο στην αγκαλιά του χρόνου. Εκεί, ζούσε ένας φτωχός γεωργός, γνωστός σε όλους για την καλοσύνη του και την αγάπη του για τους γύρω του. Δεν είχε ούτε χρυσό ούτε πολυτέλειες, αλλά η καρδιά του ήταν γεμάτη από φωτεινές πράξεις και ανιδιοτελή γενναιοδωρία. Δεν επιθυμούσε ούτε πλούτη, ούτε εξουσία, μόνο να απαλύνει τον πόνο των άλλων και να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη.
Ο γεωργός πήρε το χρυσό μήλο στα χέρια του, και μόλις το άγγιξε, το μήλο άστραψε σαν αστέρι και μια μαγική δύναμη άρχισε να ρέει από μέσα του. Με την καρδιά γεμάτη καλοσύνη, χρησιμοποίησε τη μαγεία του μήλου για να ξυπνήσει ξανά τα ποτάμια που είχαν χαθεί μέσα στην ξηρασία, να φυτέψει ξανά τα πεσμένα δέντρα και να φέρει τροφή σε όλους τους πεινασμένους. Η γη άρχισε να τραγουδά, τα λουλούδια ξαναγεννήθηκαν με χρώματα πιο ζωντανά από ποτέ και οι καρποί άρχισαν να πέφτουν από τα δέντρα, πιο γλυκοί και πλούσιοι από κάθε άλλη φορά. Το βασίλειο ξαναβρήκε το φως του, και οι άνθρωποι ξαναγέλασαν, με χαμόγελα που έλαμπαν σαν τον ήλιο μετά τη βροχή. Όλη η γη γιόρτασε την επιστροφή της ευτυχίας.
Η μάγισσα, βλέποντας πως το χρυσό μήλο χρησιμοποιήθηκε με καθαρή καρδιά και σωστό σκοπό, χάθηκε στον αέρα, όπως ένα αστέρι που σβήνει απαλά στον νυχτερινό ουρανό. Πίσω της άφησε μια γη που δεν ήταν πια μόνο καρπερή, αλλά γεμάτη από σοφία και καλοσύνη. Οι άνθρωποι, με τα μάτια τους γεμάτα ευγνωμοσύνη, θυμόταν πάντα πως η αληθινή δύναμη κρύβεται στην αγάπη και στην προσφορά, και πως το καλό μπορεί να ανθίσει και να λάμψει εκεί που κυριαρχεί η γενναιοδωρία.
Για περισσότερα παραμύθια κάντε LIKE στη σελίδα μας στο FB!
Αν σας άρεσε το παραμύθι αφήστε πιο κάτω το σχόλιό σας!
Συγγραφέας: Λυδία Φαντασία
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου