Ο ΓΕΡΟ-ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός που είχε ένα πιστό σκυλί και το φώναζε Σουλτάνο. 

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ


Κάποτε, στην άκρη ενός δάσους, ζούσε με τη μαμά του ένα όμορφο κοριτσάκι. Την έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα επειδή φορούσε συνέχεια ένα κόκκινο σκουφάκι που της είχε χαρίσει η γιαγιά της.

Ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΙΘΟΥΛΗΣ


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας καλαθοποιός με την γυναίκα του, που είχανε επτά γιους αλλά κάθε παιδί που γεννιόταν ήτανε μικρότερο από το προηγούμενο. Όταν γεννήθηκε το μικρότερο δεν ξεπερνούσε κατά πολύ το μέγεθος του ρεβιθιού και όλοι το φώναζαν Κοντορεβιθούλη. Αν και με τον καιρό μεγάλωσε λίγο δεν αναπτύχθηκε πάρα πολύ, ήταν όμως τόσο έξυπνος και τόσο ετοιμόλογος που ξεπερνούσε κατά πολύ τα αδέρφια του.

Η ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΙΣΣΑ


Φεύγω, πάω στο φεγγάρι
με βαλίτσες κι άλλα βάρη.

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ


Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια. Ο νάνος ήταν και αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.

ΤΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ (ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ)

Η ΠΕΤΡΟΣΟΥΠΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι, πολύ μακριά από δω, μεγάλη συμφορά βρήκε τους κατοίκους. Εξαφανίστηκαν όλα τα ψάρια της θάλασσας και οι άνθρωποι δεν είχαν να φάνε. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει που πήγαν τόσα ψάρια. Οι ψαράδες του χωριού τα είχαν βάψει μαύρα που γύρναγαν στο σπιτικό τους κάθε βράδυ με άδεια χέρια! Οι κάτοικοι είχαν απελπιστεί και… πεινούσαν.

ΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΠΑΙΔΑΚΙ


Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ-πολύ μακριά από δω, που ζούμε όλοι μας, υπήρχε μια όμορφη χώρα. Η Να-ρινά. Στα καταπράσινα λιβάδια της, όπου φύτρωναν λογής-λογής λουλούδια, παχιές αγελάδες και κατάλευκα αρνάκια, έβοσκαν αμέριμνα.

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά, πολλά χρόνια, σ΄ έναν ψηλό, πέτρινο πύργο, ζούσε ένα αρχοντόπουλο. 

Η ΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ


Μια ημέρα η σοφία, το φαγητό και ο πλούτος ξεκίνησαν ένα ταξίδι. Καθώς προχωρούσαν στη διαδρομή τους συνάντησαν έναν άντρα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο. 

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ, Ο ΧΡΥΣΟΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΓΚΟΥΡΑ (ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΣΤΡΩΣΟΥ)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ράφτης, που είχε τρεις γιους και μια κατσίκα μονάχα. Κι επειδή η κατσίκα έτρεφε όλη την οικογένεια με το γάλα της, έπρεπε να τρώει κάθε μέρα μπόλικο χορτάρι.

Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ



Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κατάλευκο, όμορφο και περήφανο άλογο, έσερνε το αμάξι ενός πλούσιου άρχοντα. 

Η ΧΥΤΡΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ

Ο Νάιαλ Ο΄Λίρι καθόταν στην λιακάδα και ονειροπολούσε όταν άκουσε έναν θόρυβο στο λιβάδι. Αναρωτιόταν τι να είναι, άκουγε ένα συνεχές "τικ, τικ, τικ" και προσπαθούσε να δει από που ερχόταν. 

Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΛΥΡΑ


Ένας γάιδαρος και ένας σκύλος κάθονταν μια μέρα στην άκρη του κήπου και συζητούσαν, όταν, σε μια στιγμή είδαν τον κύριο τους να βγαίνει από το σπίτι, να κάθεται σε μια καρέκλα και ν' αρχίσει να παίζει τη λύρα του. 

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας θαυμαστός βιολιστής, που προχωρούσε ολομόναχος στο δάσος και σκεφτόταν. Κι όταν δεν είχε πια τι να σκεφτεί, άρχισε να μονολογεί κι είπε:

ΤΑ ΚΟΥΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σε μια μικρή στέρνα μερικά βατράχια. Όλη τη μέρα έτρωγαν, τεμπέλιαζαν και πότε - πότε τραγουδούσαν, µα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένα από τη ζωή τους. 

Ο ΠΙΘΗΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό, το γέρικο λιοντάρι, που ήταν ο βασιλιάς της ζούγκλας πέθανε και τα ζώα συγκεντρώθηκαν για να διαλέξουν τον καινούργιο βασιλιά τους. 

ΤΟ ΛΑΙΜΑΡΓΟ ΠΟΝΤΙΚΙ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ποντίκι πολύ λαίμαργο. Έτρωγε, έτρωγε, ώσπου φούσκωνε τόσο πολύ η κοιλιά του, που δεν μπορούσε να κάνει ρούπι από τη θέση του!

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΣΙΚΑ


Μια κατσίκα απομακρύνθηκε μια μέρα από το κοπάδι της, χωρίς να το καταλάβει και βρέθηκε ανάμεσα σε μερικούς θάμνους. 

Ο ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΡΟΛΑΝΔΟΣ (ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αληθινή μάγισσα, που είχε δύο θυγατέρες: μια άσχημη και κακιά, που πολύ την αγαπούσε γιατί ήταν πραγματικό της παιδί, και μια όμορφη και καλή, που τη μισούσε, γιατί την είχε προγονή. 

Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν καθόλου γνώσεις. Δεν γνώριζαν πώς να καλλιεργούν τους σπόρους, ή πώς να υφαίνουν υφάσματα, ή πώς να κατασκευάζουν σιδερένια εργαλεία.

Ο ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ ΚΑΙ ΟΙ 40 ΚΛΕΦΤΕΣ

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη στην Περσία, ζούσαν δύο αδέλφια, ο Κασίμ και ο Αλή Μπαμπά. Ο Κασίμ ήταν παντρεμένος με μια πλούσια γυναίκα και είχε όλα τα αγαθά, ενώ ο Αλή Μπαμπά έπρεπε να συντηρήσει τη γυναίκα και τα παιδιά του κόβοντας ξύλα σε ένα γειτονικό δάσος και πουλώντας τα στην πόλη.

Ο ΠΕΙΡΑΤΗΣ ΧΡΥΣΟΔΟΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πειρατής, κάπως διαφορετικός από τους άλλους πειρατές. Τον έλεγαν Χρυσοδόντη, γιατί είχε ένα δόντι χρυσό που γυάλιζε κάθε φορά που γελούσε. Αυτός ο πειρατής είχε κι ένα ξύλινο πόδι, επειδή έχασε το δικό του σε μια μάχη. Ο Χρυσοδόντης όμως δεν ήταν άγριος πειρατής σαν τους υπόλοιπους και γι' αυτό οι άλλοι πειρατές δεν του μιλούσαν.

Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΤΑ


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μικρή κόκκινη κότα. Μια μέρα ενώ σκάλιζε το χώμα στον αχυρώνα που ζούσε, βρήκε ένα σπόρο σιταριού. Τότε ρώτησε τα υπόλοιπα ζώα του αγροκτήματος: «Ποιος θα φυτέψει αυτό το σιτάρι;»

ΥΠΗΡΕΤΡΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕ


Ήταν ένα δάσος με έλατα που είχε πια βαρεθεί να είναι δάσος. 

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ


«Στο ωραιότερο παλάτι του κόσμου, κάπου στην Κίνα, ζει ένας μελαγχολικός αυτοκράτορας.

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ


Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστείτε·
Mέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Mε το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ


Αναμνήσεις
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν (καὶ) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΛΥΠΕΣ


Eκείνο το πρωί που ο πατέρας κι η μητέρα γύρισαν απ’ το ταξίδι, ήμαστε έξω στο δρόμο και παίζαμε με τ’ άλλα τα παιδιά.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ


Eκείνη πιο πολύ η ανάμνηση
της παιδικής ηλικίας,
καθώς έχουμε συνηθίσει να τη νοσταλγούμε,
μου ήρθε.